Translate

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ


(Στη μνήμη του πατέρα μου)

Ιούνης στα τελειώματα
στο χάραμα ο Ιούλης
κι εσύ στη Β Παθολογική.

Στην κόψη του μεσοκαλόκαιρου
βαρύς χειμώνας κόπιασε
και γέμισε ο ήλιος μου μ΄αγκάθια.
Ορθή μετρούσα τις στάλες του ορού σου,
του μόχθου σου το μπράτσο σού φιλούσα
κι ανάδευε αντίστροφα η κλεψύδρα της ζωής σου. 
Κι εκεί στο πιο χαρμόλυπο τ΄αντάμωμα,
αφού γαντζώθηκα απ΄ της χούφτας σου τ΄ανάγλυφο
και βύθισα το βλέμμα μου για πάντα στο δικό σου,
αρχίνησαν οι κύκνειες ιστορίες σου
να μας μιλούν για τα παλαιικά τα χρόνια.
Δύστοκα χρόνια -έλεγες-
με χωματένια ρούχα, ανέχεια και ξωμάχους,
χρόνια σφιχτά ζωσμένα 
με πικραλίθρες και χαραμάδες νόστου.
Μα οι μνήμες σου αλάφρωναν
σαν έρρεε ανάλαφρα στη φλέβα σου
από την κορυφογραμμή τ΄ αγέρι του Λαπίθα,
το κρύσταλλο νερό από την Πάνω Βρύση,
πευκοβολιάς το θρόισμα
από του τόπου μας την πιο πιστή θητεία σου.
Κι ύστερα σαν αετός φτερούγισες κι εχάθης,
σαν αετός εκέντησες το υφάδι της ζωής σου.

Μερόνυχτα αδυσώπητα παλεύω
για να βρω τα ορφανεμένα τα πατήματά μου.
Μα πώς να πορευτώ
αφού μου λείπουν τα ποδάρια;
Τις νύχτες μου τις άγρυπνες
από τον καφενέ σε φέρνω στην αυλόπορτα,
σε αγναντεύω ολόισα στα παιδικά σου μάτια
κι εσύ βιγλάτορας διαδρόμους μού ανοίγεις.
Σε καρτερώ στης μάνας το τραπέζωμα,
στο δροσαλό σου περιβόλι,
αγκρουμάζομαι στα σκαλοπάτια την άδολη λαλιά σου
και τις χρυσές σιωπές σου ψηλαφίζω.
Σχίζει ο χρόνος, που σταμάτησε στα στερνά σου λόγια,
θρηνώ σαν άφτερο πουλί για τον χαμένο ουρανό μου.
Στα χέρια μου βαστώ το πιο ακριβό βιβλίο
-εσύ μου το ΄γραψες με της βιοτής σου το μελάνι-
και συλλαβίζω στις σελίδες του
ατόφια την περισπούδαστη  τη ρότα σου.
Το φέρσιμό σου αφτιασίδωτο,
λειμώνας το γέλιο σου τ΄ αστείρευτο,
τα υλικά και τα ανούσια ποτέ σου δεν νογούσες.
Κι όσοι με πίκρα κι άδικο, πληγή σε φίλευαν,
εσύ τα χέρια σταύρωνες με περισσή αξιοπρέπεια
κι αυτούς με τη σιγή της λησμονιάς σου τους μετρούσες.
Όσα τρανά μού δίδαξες, ασπάζομαι
κι ευλαβικά σφαλίζω στο οπλοστάσιό μου, 
ως ακριβά μου θεία δώρα.
Φέτος το καλοκαίρι ακούσια θ΄ αντιστραφούν οι ρόλοι:
Από τη γέρικη συκιά τον Αύγουστο
εγώ θα σου συνάξω τα ώριμα τα φρούτα
και θα σου τα στείλω για παραδείσιο πεσκέσι.

Καλό ταξίδι άρχοντα της καλοσύνης, 
της απλοϊκής καρδιάς και της φιλόξενης παλάμης. 
Ώρα καλή σου θυμάρι της ψυχής μας. 
Κι εκεί ψηλά γαλήνιο θα στραφταλίζει 
τ΄ αέναο χαμόγελό σου σαν θα κερνάς 
τους φίλους και συγχωριανούς σου.
                             
10/8/2017 Καλλιόπη Δημητροπούλου

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΟΔΥΝΗΣ


Σχόλασες νωρίς πατέρα
έκτη του Ιούλη, της αγίας οδύνης,
την ίδια ώρα που σχόλασε
και η νύχτα από τη βάρδια της.
Με μια συγκατάβαση στην αποβάθρα της ζωής
έλαβες θέση στον άυλο χρόνο
-ανυποψίαστος θαρρώ-
και ρούφηξες μαζί σου
κάθε κραταιό μου κύτταρο.
Αγρίεψαν οι μέρες μου,
λιγόστεψε ο καιρός,
αβγάτισε στο σώμα το μολύβι.
Το βλέμμα σφάλισε με σπάραγμα
ο αργόσυρτος ο καβαλάρης.
Δε στάθηκε ο χρόνος συρραφή στα μεταξύ μας:
Εσύ ο πατέρας μου κι εγώ το τέκνο σου
όταν με παρέσερνε 
ο αγεωμέτρητος ο πόνος στο σκοτάδι.
Εγώ ο πατέρας κι εσύ το ανυπεράσπιστο παιδί μου
όταν στο διάσελο με καλπασμό
σου ΄στησε ενέδρα ο Αχέροντας σατράπης.
Μια τρύπια ώρα σε λάβωσε η Λάχεσις πισώπλατα
και άχνιζε η μαχαιριά
σαν σφύριζε στα μέλη μου η θανή σου.
Σχόλασες νωρίς πατέρα
την ίδια ώρα που σχόλασαν
και οι μοίρες από τη ζωή μου.

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

ΟΝΕΙΡΟ


Ο πατέρας πέρασε πάλι γελαστός
κάτω από το σπίτι.
"Να σας φιλέψω παγωτό"
μας φώναξε. 
Η μητέρα τού ζήτησε προσάναμμα
να πυρπολήσει τ' αδύναμο κορμί της.
Ο αδελφός μου σφούγγισε κρυφά το δάκρυ.
Κι εγώ τον έπιασα απ' το χέρι
και τον ανέβασα στους ώμους μου.
Έτσι ψηλά που τον κρατώ
εγίνηκα με μιας
εγώ ο πατέρας μου
κι εκείνος το παιδί του.